Η αναγκαιότητα της ορθής εφαρμογής των έμμεσων τεχνικών ελέγχου
Δημήτρης Γαρνέλης
Λογιστής – Φοροτεχνικός
Η αναγκαιότητα της ορθής εφαρμογής των έμμεσων τεχνικών ελέγχου
Ολοένα και αυξάνει ο ρυθμός των ελέγχων των επιχειρήσεων από τη φορολογική διοίκηση. Χωρίς να θέλει να αναλύσει τα είδη των ελέγχων που πραγματοποιούνται από τους ελεγκτές του υπουργείου οικονομικών, ο συντάκτης θα ήθελε να επισημάνει ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις «προκαλούν» τη φορολογική τους τύχη. Πώς όμως γίνεται αυτό;
Ο τρόπος λειτουργίας των επιχειρήσεων προκαλεί στην κυριολεξία την ηλεκτρονική «επίσκεψη» των φορολογικών αρχών μέσω των εμμέσων τεχνικών ελέγχου. Εμφανίζουν για παράδειγμα συνεχόμενες ζημιές παρόλο που έχουν απομακρυνθεί κατά πολύ από το πρώτο έτος λειτουργίας τους. Επίσης συνήθης είναι η ακατάστατη και μη ομαλή κίνηση των τραπεζικών τους λογαριασμών. Διακινούν ποσά τα οποία στη συνέχεια δεν έχουν τη δυνατότητα να δικαιολογήσουν μέσα από τη συναλλακτική τους δραστηριότητα. Έτσι με αυτόν τον τρόπο έρχονται αντιμέτωποι με το «υπερόπλο» των φορολογικών αρχών που δεν είναι άλλο από τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου.
Τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου τις συναντούμε για πρώτη φορά, ύστερα από συστάσεις του ΟΟΣΑ, στον προηγούμενο κώδικα φορολογίας εισοδήματος Ν 2238/1994
. Η χρήση τους όμως ήταν σημαντικά περιορισμένη. Με τον Ν 4172/13
, αρχίζουν -και εδώ με αρκετή καθυστέρηση- να αποτελούν σημαντικό εργαλείο της φορολογικής αρχής για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής.
Με αυτές τις τεχνικές ελέγχου ουσιαστικά γίνεται προσπάθεια ανασυγκρότησης του συνολικού εισοδήματος των φορολογουμένων, ανεξάρτητα με το δηλωθέν από εκείνους εισόδημα. Με αυτόν τον τρόπο οι φορολογικές αρχές φιλοδοξούν να εντοπίσουν το πραγματικό εισόδημα των φορολογουμένων προκειμένου να εισπράξουν και τον πραγματικό φόρο που αναλογεί σε αυτό.
Σύμφωνα με το άρθρο 27 του Ν 4174/2013
οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου είναι οι εξής:
1) η αρχή των αναλογιών
2) η ανάλυση ρευστότητας του φορολογουμένου
3) η καθαρή θέση του φορολογουμένου
4) η σχέση της τιμής πώλησης προς το συνολικό όγκο κύκλου εργασιών και
5) το ύψος των τραπεζικών καταθέσεων και των δαπανών σε μετρητά
Αυτές οι τεχνικές ήταν, τα προηγούμενα χρόνια, ένα συμπληρωματικό εργαλείο των αρχών κατά της φοροδιαφυγής που τελευταία τείνει να γίνει κύριο και βασικό. Έτσι, κατά περίπτωση, ο έλεγχος όταν αδυνατεί να προσδιορίσει τη φορολογητέα ύλη με τις βασικές και παραδοσιακές μεθόδους, τότε δύναται να καταφύγει στις έμμεσες τεχνικές ελέγχου σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 28 του κώδικα φορολογίας εισοδήματος (Ν 4172/13
). Με τον τρόπο αυτό τα ελεγκτικά όργανα έχουν τη δυνατότητα να προσφύγουν σε πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν από αρκετές και διαφορετικές πηγές (Τράπεζες, χρηματιστήριο κ.λπ.), και αξιοποιώντας τες να φτάσουν στον προσδιορισμό της αποκρυβείσας φορολογητέας ύλης.
Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται η αύξηση των ελέγχων με έμμεσες τεχνικές ειδικά σε μικρές επιχειρήσεις. Σε αυτές τις επιχειρήσεις για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης οι ελεγκτικές αρχές μετατρέπουν εξωλογιστικά τις αγορές των εμπορευμάτων σε πωλήσεις.
Ωστόσο σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να υπάρχει σύνεση σε ότι αφορά τις τεχνικές και τα μοντέλα που εφαρμόζουν ώστε να είναι περισσότερο ορθολογικά και αποδεκτά. Για παράδειγμα, αν ένα μπουκάλι ουίσκι παράγει 8, 12 ή 16 μερίδες ποτού δεν είναι κάτι που μπορεί εύκολα να κρίνει ο ελεγκτής με το οποιοδήποτε δικό του μοντέλο.
Σαφέστατα και πρέπει να παταχθεί η φοροδιαφυγή και ειδικά σε τέτοιου τύπου μαγαζιά, αλλά όσο πιο ορθολογικά είναι τα μοντέλα ελέγχου τόσο πιο αποδεκτά είναι τα αποτελέσματά του και επομένως τόσο λιγότερες οι νομικές προσφυγές των φορολογουμένων εναντίον αυτών των αποτελεσμάτων.
Ένα βασικό πρόβλημα που έχει οδηγήσει στην αργή εφαρμογή των έμμεσων τεχνικών ελέγχου είναι τα νομικά εμπόδια που βάζουν οι φορολογούμενοι και στα οποία μέχρι ενός σημείου δε μπορούν να αντιδράσουν οι ελεγκτικές αρχές.
Σε κάθε περίπτωση εκτός των ορθολογικών μοντέλων ελέγχου αναγκαίο είναι να υπάρξει συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, φορολογουμένων, λογιστών και ελεγκτικών αρχών. Πρώτος ο λογιστής θα πρέπει να ελέγχει την επιχείρηση σύμφωνα με τις βασικές αρχές των έμμεσων τεχνικών ελέγχου και να δίνει στον επιχειρηματία τις σωστές συμβουλές και κατευθύνσεις. Τη γνώση λοιπόν είναι αναγκαίο πρωτίστως να την έχουν οι λογιστές τόσο για την προστασία των επιχειρήσεων πρωτογενώς όσο και για την αντιμετώπιση τυχόν προβληματικών μοντέλων ελέγχου.
Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγονται τα μεγάλα πρόστιμα εξόντωσης των επιχειρήσεων και παράλληλα όλοι συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής κάτι το οποίο σε βάθος χρόνου οδηγεί στην συνολική ευμάρεια της αγοράς, διότι: «Το πρόστιμο είναι ένας φόρος για κάτι κακό που έκανες. Ο φόρος είναι ένα πρόστιμο γιατί τα καταφέρνεις στη ζωή σου». Μαρκ Τουέιν
