Η οικειοθελής αποζημίωση και η φορολογική μεταχείριση αυτής
Δημήτρης Γαρνέλης
Λογιστής – Φοροτεχνικός
Μεγάλη σύγχυση επικρατεί σχετικά με τη δυνατότητα που έχει ο εργοδότης να προχωρήσει σε οικειοθελή καταβολή ενός ποσού ως αποζημίωση αφενός και αφετέρου σχετικά με το πώς χαρακτηρίζεται αυτό το ποσό, μπόνους, οικειοθελής παροχή, επίδομα;
Αυτό έχει σαν συνέπεια να ακολουθεί νέα σύγχυση και νέο μπέρδεμα σχετικά με τον τρόπο φορολόγησης αυτού του ποσού.
Ειδικότερα, σε πολλές περιπτώσεις τα ποσά αυτά χαρακτηρίζονται «bonus» που καταβάλλονται στους εργαζόμενους και αφορούν στην επιβράβευση των προσπαθειών στο πλαίσιο της εργασίας τους ή στην επίτευξη διαφόρων στόχων που τίθενται από τις επιχειρήσεις.
Σε αυτήν την περίπτωση, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός της εν λόγω αμοιβής οδηγεί πολλούς λογιστές, στη διενέργεια παρακράτησης φόρου με συντελεστή (20%) –πρόσθετες αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές– και όχι βάσει των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 60 του Ν 4172/2013
. Τα ποσά αυτά δηλώνονται κατά την υποβολή των μηνιαίων αρχείων βεβαιώσεων αποδοχών με κωδικό 2 «Πρόσθετες αποδοχές (επιδόματα, υπερωρίες, μπόνους, που δεν συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές)», όπως ακριβώς ορίζεται στην απόφαση Α. 1099/2019.
Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι οι αμοιβές αυτές (bonus) υπόκεινται και σε ασφαλιστικές εισφορές υπέρ ΕΦΚΑ. Αν για παράδειγμα δοθεί ένα ποσό ως bonus τον μήνα Νοέμβριο, τότε θα αναγραφεί στην ΑΠΔ της περιόδου αυτής με ξεχωριστή εγγραφή και με κωδικό τύπου αποδοχών 10 (bonus), ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως και για κάθε άλλη αμοιβή που δίνεται και που δεν περιλαμβάνεται στις τακτικές αποδοχές, προστίθεται σε αναλογία 1/8 στο δώρο Χριστουγέννων, αφού όπως αναφέραμε καταβλήθηκε εντός του διαστήματος 1/5 – 31/12 του έτους.
Όμως η οικειοθελής χορήγηση αποζημίωσης από τον εργοδότη σε καμία περίπτωση δεν θεωρείτε bonus ή επιπλέον του μισθού οικειοθελής παροχή και ευτυχώς η φορολογική διοίκηση φρόντισε να μας διαφωτίσει σχετικά με αυτό με το Ε. 2212/2021.
Σύμφωνα λοιπόν με το παραπάνω έγγραφο διευκρινίζεται ότι, με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 15 του Ν 4172/2013
(ΚΦΕ) ορίζεται ότι με την επιφύλαξη της περ. στ΄ της παρ. 1 του άρθρου 14, φορολογείται αυτοτελώς με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως εργασίας ή άλλης σύμβασης, η οποία συνδέει το φορέα με τον δικαιούχο της αποζημίωσης. Ο φόρος επιβάλλεται σύμφωνα με την παρακάτω κλίμακα ως εξής:
Ποσά | Φόρος |
0-60.000 | 0% |
60.001-100.000 | 10% |
100.001-150.000 | 20% |
150.000 και άνω | 30% |
Με την ανωτέρω διάταξη, θεσπίστηκε για το συγκεκριμένο εισόδημα ειδικό, ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς, σε σχέση με τη γενική ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 15 του ΚΦΕ που εφαρμόζεται για τη φορολόγηση του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
Συνεπώς από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής της περιλαμβάνεται κάθε αποζημίωση που καταβάλλεται εφάπαξ για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως εργασίας ή άλλης σύμβασης, χωρίς να τίθεται ως προϋπόθεση η καταβολή της αποζημίωσης λόγω μονομερούς καταγγελίας της σχέσης εργασίας και χωρίς να απαιτείται να πληρούνται ειδικότερες προϋποθέσεις που τυχόν τίθενται από την εργατική νομοθεσία για την θεμελίωση της υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης από τον εργοδότη (ενδεικτικά πρώτο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν 3198/1955
). Συνεπώς στην έννοια της αποζημίωσης που φορολογείται με το ειδικό καθεστώς της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 15 του ΚΦΕ εντάσσεται και η αποζημίωση που παρέχεται οικειοθελώς από τον εργοδότη για την κατόπιν συμφωνίας με τον μισθωτό λύση και κατάργηση της σύμβασης εργασίας, εφόσον καταβάλλεται εφάπαξ και εξαιτίας της διακοπής της σχέσεως εργασίας.
Σε κάθε περίπτωση απαιτείται προσοχή σε ότι αφορά τον προσδιορισμό ή καλύτερα τον χαρακτηρισμό του εισοδήματος (αποζημίωσης) από τους ενδιαφερόμενους διότι μπορεί να υπάρξει παρεξήγηση και επομένως λάθος χειρισμοί. Εκτός αυτού η φορολογική διοίκηση με τους Λογιστές-Φοροτεχνικούς, είναι αναγκαίο να βρίσκονται σε διαρκή επαφή-διαβούλευση ώστε να υπάρχουν αντίστοιχες άμεσες παρεμβάσεις σαν αυτή του Ε. 2212/2014.
