Αρθρογραφία

Editorial Αύγουστος Σεπτέμβριος 2022, “Επιχείρηση” :Η ανάγκη κατάργησης του «Τέλους Επιτηδεύματος»

Η ανάγκη κατάργησης του «Τέλους Επιτηδεύματος»

Δημήτρης Γαρνέλης

Λογιστής – Φοροτεχνικός

Η ανάγκη κατάργησης του «Τέλους Επιτηδεύματος»

Ολοκληρώνεται και εφέτος, με το συνηθισμένο επεισοδιακό τρόπο, η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων τόσο από τα φυσικά όσο και από τα νομικά πρόσωπα. Για μια ακόμη φορά οι λογιστές κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων ήρθαν αντιμέτωποι με το γνωστό «τέλος» που κάθε άλλο παρά … «τέλος» είναι, το «Τέλος Επιτηδεύματος»!

Με τον νόμο 3986/2011, η Ελληνική Πολιτεία αποφάσισε στο πλαίσιο της τότε δημοσιονομικής «τακτοποίησης», να επιβάλει έναν ακόμη φόρο. Έναν φόρο πέρα για πέρα άδικο. Ασκεί κάποιος ένα επιτήδευμα; Αυτομάτως είναι υπόχρεος καταβολής ενός πρόσθετου, ετήσιου φόρου, ο οποίος είναι ανεξάρτητος με τα λογιστικά αποτελέσματα που προκύπτουν (κέρδη ή ζημιές). Πεδίο εφαρμογής του φόρου είναι τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα χωρίς βάση υπολογισμού παρά μόνο με κάποια πληθυσμιακά κριτήρια και με συνυπολογισμό του αριθμού των υποκαταστημάτων – εγκαταστάσεων πέραν της έδρας.

Ειδικότερα για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, ο φόρος ορίζεται σε οκτακόσια (800) ευρώ ετησίως.

Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε χίλια (1.000) ευρώ ετησίως.

Για ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και τους πρώην ελεύθερους επαγγελματίες, σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ ετησίως.

Ειδικά για τις Αστικές μη Κερδοσκοπικές Εταιρίες και για τα φυσικά πρόσωπα που το εισόδημά τους προέρχεται από πρώην ελευθέριο επάγγελμα και έχουν έγγραφη σύμβαση με μέχρι τρία (3) φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα, ή το (75%) των ακαθάριστων εσόδων τους προέρχεται από ένα (1) φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο («μπλοκάκηδες»), τα ποσά του τέλους επιτηδεύματος, εξακολουθούν να ισχύουν όπως επιβλήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2012. Δηλαδή για όσους φορολογούμενους εμπίπτουν στην περίπτωση αυτή και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το τέλος επιτηδεύματος ανέρχεται σε τετρακόσια (400) ? ετησίως, σε όσους έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ? ετησίως, ενώ στις περιπτώσεις λειτουργίας υποκαταστημάτων, ειδικά για τα πρόσωπα αυτά, επιβάλλεται επιπλέον τέλος επιτηδεύματος τριακοσίων (300) ? για κάθε υποκατάστημα.

Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις ο γενικός κανόνας είναι για κάθε υποκατάστημα εξακόσια (600) ευρώ ετησίως. Η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος κρίνεται χωριστά για την έδρα και το κάθε υποκατάστημα της επιχείρησης.

Σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις που η έναρξη έχει πραγματοποιηθεί μέσα στη χρήση, αλλά ο περιορισμός του τέλους επιτηδεύματος δεν υλοποιείται μηχανογραφικά και απαιτείται αίτηση στη ΔΟΥ.

Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας.

Ο προσδιορισμός του εν λόγω φόρου ως «τέλος» προφανώς είχε να κάνει με μια προσπάθεια λείανσης των αντιδράσεων που πάντα υπάρχουν με την εμφάνιση τέτοιων επιβαρύνσεων.

Γενικά ο φόρος αποτελεί μια παροχή του φορολογούμενου προς το Δημόσιο και δεν έχει καμία σύνδεση με αντίστοιχη παροχή του Δημοσίου προς τον επιβαρυνόμενο. Η επιβολή φόρου, με άλλα λόγια, έχει ως προορισμό την κάλυψη γενικά των δημοσίων δαπανών εν τω συνόλω και δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την αντιπροσφορά μιας συγκεκριμένης παροχής ή υπηρεσίας προς τους πολίτες.

Η διάκριση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, όταν έχουμε μπροστά μας μια οικονομική επιβάρυνση είναι κρίσιμη επειδή ο χαρακτηρισμός του βάρους με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο έχει σημαντικές έννομες συνέπειες, με κορυφαία όλων την αρχή της νομιμότητας του φόρου, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος.

Η κρίση για το αν ένα οικονομικό βάρος που επιβάλλεται στους πολίτες αποτελεί φόρο ή ανταποδοτικό τέλος είναι πολλές φορές προβληματική, ενόψει ιδίως και του γεγονότος ότι πολλές περιπτώσεις επιβολής φόρου επιλέγεται από τον νομοθέτη να χαρακτηρίζονται ως ανταποδοτικά τέλη, για να αποφεύγεται ή να μειώνεται η κοινωνική αντίδραση και διαμαρτυρία.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που χρειάζεται γενικά να συγκρατούμε ως βασικό κριτήριο που έχει καθιερωθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας για τη διαφοροποίηση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους είναι ότι στο ανταποδοτικό τέλος ενυπάρχει το στοιχείο της ειδικής αντιπαροχής, δηλαδή αυτό καταβάλλεται ή οφείλει να καταβάλλεται από τον πολίτη ως αντάλλαγμα για την απόλαυση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένου έργου ή ορισμένης υπηρεσίας. Το παραπάνω διακριτικό στοιχείο δεν συναντάται στον φόρο.

Σε κάθε περίπτωση η διάρθρωση των φορολογικών εσόδων αντανακλά και αναπαράγει τις χρόνιες στρεβλώσεις και παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Τέτοιες παθογένειες είναι η μεγάλη άτυπη οικονομία («παραοικονομία»)­, το μεγάλο πλήθος αυτοαπασχολούμενων, η χαμηλή παραγωγικότητα και προστιθέμενη αξία, η υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση, το μικρό ποσοστό οικονομικά ενεργού πληθυσμού, και η υψηλή ανεργία. Ειδικότερα, οι πολύ υψηλοί συντελεστές φόρων στην εργασία, ενώ υπάρχει υστέρηση στα αντίστοιχα έσοδα, αντανακλούν το μικρό ποσοστό οικονομικά ενεργού πληθυσμού, την υψηλή ανεργία και το υψηλό ποσοστό αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας.

Βέβαια σημαντική συνεισφορά στη μεγάλη έκταση της φοροδιαφυγής έχει και η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, παρά τις προσπάθειες απλοποίησης κατά την τελευταία δεκαετία, και η χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στο φορολογικό σύστημα.

Μήπως λοιπόν αντί να σκεφτόμαστε νέες προσωρινές (που τελικά καθίστανται μόνιμες) επιβαρύνσεις των φορολογουμένων, τύπου «Τέλους Επιτηδεύματος», για τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων ήρθε η ώρα μιας ενιαίας κλίμακας φορολογίας εισοδήματος; Μίας κλίμακας η οποία θα είναι περισσότερο αποδεκτή από τους φορολογουμένους και επομένως θα οδηγήσει σε αύξηση της εμπιστοσύνης απέναντι στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα. Λύσεις, όπως η επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος μοιάζουν ξεπερασμένες λύσεις εκτάκτου ανάγκης και κάθε άλλο παρά βοηθούν στην αίσθηση αδικίας που νοιώθουν όλοι οι φορολογούμενοι.

Η κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος θα έχει άμεση και θετική επίδραση στο φορολογικό σύστημα και θα ανακουφίσει τον επί σειρά ετών πληττόμενο Έλληνα φορολογούμενο, αρκεί βέβαια να μιλάμε για κατάργηση και όχι από αντικατάσταση με κάποιο αναλόγου είδους και ύφους εφεύρημα.

«Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος».

Σύνταγμα, Άρθρο 78 παρ. 1.

Προηγούμενο άρθρο
Editorial Ιούλιος 2022, “Επιχείρηση” :Ο σκοπός της επιστήμης … και η επιστρεπτέα προκαταβολή
Επόμενο άρθρο
Εditorial Oκτώβριος 2022 “Επιχείρηση” :Η αναγκαιότητα της ορθής εφαρμογής των έμμεσων τεχνικών ελέγχου

Related Posts

Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Fill out this field
Fill out this field
Δώστε μια έγκυρη ηλ. διεύθυνση.

Η ανάγκη κατάργησης του «Τέλους Επιτηδεύματος»

Δημήτρης Γαρνέλης

Λογιστής – Φοροτεχνικός

Η ανάγκη κατάργησης του «Τέλους Επιτηδεύματος»

Ολοκληρώνεται και εφέτος, με το συνηθισμένο επεισοδιακό τρόπο, η υποβολή των φορολογικών δηλώσεων τόσο από τα φυσικά όσο και από τα νομικά πρόσωπα. Για μια ακόμη φορά οι λογιστές κατά την εκκαθάριση των δηλώσεων ήρθαν αντιμέτωποι με το γνωστό «τέλος» που κάθε άλλο παρά … «τέλος» είναι, το «Τέλος Επιτηδεύματος»!

Με τον νόμο 3986/2011, η Ελληνική Πολιτεία αποφάσισε στο πλαίσιο της τότε δημοσιονομικής «τακτοποίησης», να επιβάλει έναν ακόμη φόρο. Έναν φόρο πέρα για πέρα άδικο. Ασκεί κάποιος ένα επιτήδευμα; Αυτομάτως είναι υπόχρεος καταβολής ενός πρόσθετου, ετήσιου φόρου, ο οποίος είναι ανεξάρτητος με τα λογιστικά αποτελέσματα που προκύπτουν (κέρδη ή ζημιές). Πεδίο εφαρμογής του φόρου είναι τόσο τα φυσικά όσο και τα νομικά πρόσωπα χωρίς βάση υπολογισμού παρά μόνο με κάποια πληθυσμιακά κριτήρια και με συνυπολογισμό του αριθμού των υποκαταστημάτων – εγκαταστάσεων πέραν της έδρας.

Ειδικότερα για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, ο φόρος ορίζεται σε οκτακόσια (800) ευρώ ετησίως.

Για νομικά πρόσωπα που ασκούν εμπορική επιχείρηση και έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους, σε χίλια (1.000) ευρώ ετησίως.

Για ατομικές εμπορικές επιχειρήσεις και τους πρώην ελεύθερους επαγγελματίες, σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ ετησίως.

Ειδικά για τις Αστικές μη Κερδοσκοπικές Εταιρίες και για τα φυσικά πρόσωπα που το εισόδημά τους προέρχεται από πρώην ελευθέριο επάγγελμα και έχουν έγγραφη σύμβαση με μέχρι τρία (3) φυσικά ή/και νομικά πρόσωπα, ή το (75%) των ακαθάριστων εσόδων τους προέρχεται από ένα (1) φυσικό ή/και νομικό πρόσωπο («μπλοκάκηδες»), τα ποσά του τέλους επιτηδεύματος, εξακολουθούν να ισχύουν όπως επιβλήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 2012. Δηλαδή για όσους φορολογούμενους εμπίπτουν στην περίπτωση αυτή και έχουν την έδρα τους σε τουριστικούς τόπους και σε πόλεις ή χωριά με πληθυσμό έως διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους το τέλος επιτηδεύματος ανέρχεται σε τετρακόσια (400) ? ετησίως, σε όσους έχουν την έδρα τους σε πόλεις με πληθυσμό πάνω από διακόσιες χιλιάδες (200.000) κατοίκους ανέρχεται σε πεντακόσια (500) ? ετησίως, ενώ στις περιπτώσεις λειτουργίας υποκαταστημάτων, ειδικά για τα πρόσωπα αυτά, επιβάλλεται επιπλέον τέλος επιτηδεύματος τριακοσίων (300) ? για κάθε υποκατάστημα.

Για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις ο γενικός κανόνας είναι για κάθε υποκατάστημα εξακόσια (600) ευρώ ετησίως. Η επιβολή του τέλους επιτηδεύματος κρίνεται χωριστά για την έδρα και το κάθε υποκατάστημα της επιχείρησης.

Σε περίπτωση διακοπής της δραστηριότητας μέσα στη χρήση, το τέλος επιτηδεύματος περιορίζεται ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας της επιχείρησης ή της άσκησης του επαγγέλματος. Το ίδιο ισχύει και για τις περιπτώσεις που η έναρξη έχει πραγματοποιηθεί μέσα στη χρήση, αλλά ο περιορισμός του τέλους επιτηδεύματος δεν υλοποιείται μηχανογραφικά και απαιτείται αίτηση στη ΔΟΥ.

Χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκαπέντε (15) ημερών λογίζεται ως μήνας.

Ο προσδιορισμός του εν λόγω φόρου ως «τέλος» προφανώς είχε να κάνει με μια προσπάθεια λείανσης των αντιδράσεων που πάντα υπάρχουν με την εμφάνιση τέτοιων επιβαρύνσεων.

Γενικά ο φόρος αποτελεί μια παροχή του φορολογούμενου προς το Δημόσιο και δεν έχει καμία σύνδεση με αντίστοιχη παροχή του Δημοσίου προς τον επιβαρυνόμενο. Η επιβολή φόρου, με άλλα λόγια, έχει ως προορισμό την κάλυψη γενικά των δημοσίων δαπανών εν τω συνόλω και δεν αποσκοπεί στην κάλυψη των αναγκαίων δαπανών για την αντιπροσφορά μιας συγκεκριμένης παροχής ή υπηρεσίας προς τους πολίτες.

Η διάκριση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, όταν έχουμε μπροστά μας μια οικονομική επιβάρυνση είναι κρίσιμη επειδή ο χαρακτηρισμός του βάρους με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο έχει σημαντικές έννομες συνέπειες, με κορυφαία όλων την αρχή της νομιμότητας του φόρου, όπως αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς στο άρθρο 78 παρ.1 του Συντάγματος.

Η κρίση για το αν ένα οικονομικό βάρος που επιβάλλεται στους πολίτες αποτελεί φόρο ή ανταποδοτικό τέλος είναι πολλές φορές προβληματική, ενόψει ιδίως και του γεγονότος ότι πολλές περιπτώσεις επιβολής φόρου επιλέγεται από τον νομοθέτη να χαρακτηρίζονται ως ανταποδοτικά τέλη, για να αποφεύγεται ή να μειώνεται η κοινωνική αντίδραση και διαμαρτυρία.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που χρειάζεται γενικά να συγκρατούμε ως βασικό κριτήριο που έχει καθιερωθεί από τη νομολογία των δικαστηρίων μας για τη διαφοροποίηση μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους είναι ότι στο ανταποδοτικό τέλος ενυπάρχει το στοιχείο της ειδικής αντιπαροχής, δηλαδή αυτό καταβάλλεται ή οφείλει να καταβάλλεται από τον πολίτη ως αντάλλαγμα για την απόλαυση ή τη χρησιμοποίηση ορισμένου έργου ή ορισμένης υπηρεσίας. Το παραπάνω διακριτικό στοιχείο δεν συναντάται στον φόρο.

Σε κάθε περίπτωση η διάρθρωση των φορολογικών εσόδων αντανακλά και αναπαράγει τις χρόνιες στρεβλώσεις και παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Τέτοιες παθογένειες είναι η μεγάλη άτυπη οικονομία («παραοικονομία»)­, το μεγάλο πλήθος αυτοαπασχολούμενων, η χαμηλή παραγωγικότητα και προστιθέμενη αξία, η υψηλή εξάρτηση από την κατανάλωση, το μικρό ποσοστό οικονομικά ενεργού πληθυσμού, και η υψηλή ανεργία. Ειδικότερα, οι πολύ υψηλοί συντελεστές φόρων στην εργασία, ενώ υπάρχει υστέρηση στα αντίστοιχα έσοδα, αντανακλούν το μικρό ποσοστό οικονομικά ενεργού πληθυσμού, την υψηλή ανεργία και το υψηλό ποσοστό αδήλωτης ή υποδηλωμένης εργασίας.

Βέβαια σημαντική συνεισφορά στη μεγάλη έκταση της φοροδιαφυγής έχει και η πολυπλοκότητα του φορολογικού συστήματος, παρά τις προσπάθειες απλοποίησης κατά την τελευταία δεκαετία, και η χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών στο φορολογικό σύστημα.

Μήπως λοιπόν αντί να σκεφτόμαστε νέες προσωρινές (που τελικά καθίστανται μόνιμες) επιβαρύνσεις των φορολογουμένων, τύπου «Τέλους Επιτηδεύματος», για τη διασφάλιση των δημοσίων εσόδων ήρθε η ώρα μιας ενιαίας κλίμακας φορολογίας εισοδήματος; Μίας κλίμακας η οποία θα είναι περισσότερο αποδεκτή από τους φορολογουμένους και επομένως θα οδηγήσει σε αύξηση της εμπιστοσύνης απέναντι στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα. Λύσεις, όπως η επιβολή του Τέλους Επιτηδεύματος μοιάζουν ξεπερασμένες λύσεις εκτάκτου ανάγκης και κάθε άλλο παρά βοηθούν στην αίσθηση αδικίας που νοιώθουν όλοι οι φορολογούμενοι.

Η κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος θα έχει άμεση και θετική επίδραση στο φορολογικό σύστημα και θα ανακουφίσει τον επί σειρά ετών πληττόμενο Έλληνα φορολογούμενο, αρκεί βέβαια να μιλάμε για κατάργηση και όχι από αντικατάσταση με κάποιο αναλόγου είδους και ύφους εφεύρημα.

«Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος».

Σύνταγμα, Άρθρο 78 παρ. 1.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Fill out this field
Fill out this field
Δώστε μια έγκυρη ηλ. διεύθυνση.

Call Now Button