Ο σκοπός της επιστήμης … και η επιστρεπτέα προκαταβολή
Δημήτρης Γαρνέλης
Λογιστής – Φοροτεχνικός
«Ο σκοπός της επιστήμης δεν είναι να ανοίξει την πόρτα στην άπειρη σοφία, αλλά να θέσει κάποια όρια στα άπειρα σφάλματα».
Μπέρτολτ Μπρέχτ
Είναι ή είναι αναγκαίο να είναι αποδεκτό, ότι σε κάθε περίπτωση που ακούγεται μια διαφορετική επιστημονική άποψη, διατυπωμένη με ταπεινότητα και στηριγμένη σε λογικά επιστημονικά επιχειρήματα, τότε σίγουρα κάτι καλό θα προκύψει. Γιατί απλά οι αντίθετες απόψεις οδηγούν σε διεύρυνση του διαλόγου και στην επαναδιατύπωση σκέψεων και απόψεων.
Η αγαπημένη μου μητέρα με τη σοφία και την εμπειρία της ζωής που τη διέκρινε, μου έλεγε: «Ο καλός θεός, μας έπλασε με δύο αυτιά και ένα στόμα. Άρα πρέπει να ακούμε δύο φόρες και να μιλάμε μία».
Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα όχι μόνο στη λογιστική κοινότητα, όχι μόνο στη σχέση της φορολογικής διοίκησης με τους λογιστές και τους φορολογούμενους αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο εάν συνέβαινε αυτό;
Ας ξεκινήσω όμως να εξειδικεύω λίγο και να γίνω πιο συγκεκριμένος. Καλός ο πρόλογος μα δεν αρκεί!
Τους τελευταίους μήνες είχε ανοίξει, χωρίς ιδιαίτερο λόγο θα έλεγα, μια πολύ μεγάλη συζήτηση σχετικά με το λογιστικό και φορολογικό χειρισμό της επιστρεπτέας προκαταβολής. Όλη αυτή η συζήτηση κατέληξε στην έκδοση μιας πολύ καλής λογιστικής οδηγίας. Ακολούθησε αρθρογραφία … κατά ριπάς θα έλεγα, η οποία στήριζε τα όσα έλεγε η πολύ καλή πράγματι λογιστική οδηγία.
Όπως όμως ανέφερα και παραπάνω η επιστήμη προχώρησε και θα προχωράει μπροστά, όσο υπάρχουν διαφορετικές απόψεις επιστημονικά τεκμηριωμένες.
Ως συντάκτης του σημειώματος που τώρα διαβάζετε, θεώρησα σωστό στο σημείωμα σύνταξης του μηνός Μαΐου να διατυπώσω μια διαφορετική άποψη σε σχέση με τη λογιστική οδηγία αλλά και με τα περισσότερα αν όχι όλα τα άρθρα που δημοσιεύθηκαν όλο αυτό το διάστημα.
Με μεγάλη χαρά, λίγες ώρες πριν από τη στιγμή σύνταξης του παρόντος σημειώματος, έφτασε στα χέρια μου η διευκρινιστική απόφαση της διοίκησης σχετικά με τη φορολογική μεταχείριση και το χρόνο αναγνώρισης του εσόδου του μη επιστρεπτέου ποσού της κρατικής ενίσχυσης με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής σε επιχειρήσεις που επλήγησαν οικονομικά λόγω της εμφάνισης και διάδοσης της νόσου του κορωνοϊού COVID-19.
Σε αυτήν την απόφαση όπως φαίνεται λαμβάνονται υπόψη όλες οι παράμετροι και τα ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με το ζήτημα και τα οποία αναφέρθηκαν στο σημείωμα σύνταξης του Μαΐου 2022.
Σύμφωνα λοιπόν με την εν λόγω απόφαση, όσες επιχειρήσεις εφαρμόζουν την από 23.3.2022 λογιστική οδηγία, καταχωρούν τα πιο πάνω ποσά, ήτοι το μη επιστρεπτέο ποσό και το ποσό έκπτωσης εφάπαξ καταβολής στα αποτελέσματα του φορολογικού έτους 2021.
Με δεδομένο, ωστόσο, ότι δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα ο υπολογισμός του επιστρεπτέου ποσού από την ΑΑΔΕ και υπό αυτήν την έννοια δεν έχει οριστικοποιηθεί η ωφέλεια των δικαιούχων, οι επιχειρήσεις:
α) που δεν γνώριζαν την 31.12.2021 εάν έχουν εκπληρώσει τους όρους μη αποπληρωμής, δύνανται να καταχωρήσουν το μη επιστρεπτέο ποσό και το τυχόν ποσό έκπτωσης στα αποτελέσματα του φορολογικού έτους 2022 και
β) που καταχώρησαν το μη επιστρεπτέο ποσό στα αποτελέσματα του 2021 αλλά εντός του 2022 αποφασίζουν να προβούν σε εφάπαξ εξόφληση του επιστρεπτέου ποσού της ληφθείσας ενίσχυσης, δύνανται να καταχωρήσουν μόνο το ποσό της έκπτωσης στα αποτελέσματα του 2022.
Σε κάθε περίπτωση και παρά τις όποιες καθυστερήσεις αλλά και τις παλινωδίες που έχουν προηγηθεί, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε στη φορολογική διοίκηση ότι έστω και καθυστερημένα λειτουργεί στα πλαίσια μιας τεράστιας ανεπίσημης διαβούλευσης που γίνεται ατύπως στην καθημερινότητα.
Φυσικά θα ήταν απείρως προτιμότερο να γινόταν πιο συντεταγμένα και να υπήρχε ένας τρόπος να καταγράφονται όλες οι επιστημονικές απόψεις σε άμεσο χρόνο ώστε να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις και η ταλαιπωρία των επιχειρήσεων και των λογιστών που μονίμως βάζουν πλάτη σε όλες ανεξαιρέτως τις καταστάσεις.
Τέλος, χωρίς να θέλουμε να ευλογήσουμε τα γένια μας, καλό, αναγκαίο και απαραίτητο είναι να υπάρχει πυγμή στη διατύπωση της διαφορετικής σκέψης αρκεί αυτή να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη ακόμη και εάν αυτή η σκέψη έρχεται σε δεύτερο χρόνο και σαν απάντηση σε μια πρώτη άποψη διότι: «Οι δεύτερες σκέψεις είναι μάλλον πιο σωστές» (Ευριπίδης).
